Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο στην Ευρωλίγκα και ο Γιώργος Κυριακίδης βολιδοσκοπεί τις προθέσεις και τα ζητούμενα των δύο εκπροσώπων μας στη συνέχεια της διοργάνωσης.
Επτά αγωνιστικές έχουν απομείνει για το φινάλε της κανονικής περιόδου στην Ευρωλίγκα και σε μεγάλο βαθμό, η κατάσταση στην κορυφή έχει αποκρυσταλλωθεί: Φενέρμπαχτσε, Ρεάλ Μαδρίτης και ΤΣΣΚΑ Μόσχας θα καταλάβουν τις πρώτες τρεις θέσεις, η Αναντολού Εφές και η Μπαρσελόνα θα παλέψουν για την πολυπόθητη τέταρτη, ενώ ακριβώς από κάτω ακολουθεί … το χάος. Μέχρι πριν από έναν περίπου μήνα, οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- υπολόγιζαν ότι ο Ολυμπιακός θα ήταν η ομάδα που θα διεκδικούσε μέχρις εσχάτων το πλεονέκτημα έδρας στα πλέι οφ ή, στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να διασφαλίσει τουλάχιστον την 5η θέση. Με τα υπάρχοντα δεδομένα, οι «ερυθρόλευκοι» καλούνται να ξεπεράσουν έναν σωρό από σκοπέλους εάν επιθυμούν να παραμείνουν εντός στόχων.
Κατ’αρχάς, όπως είπε και ο Κεμζούρα, οφείλουν να «θυμηθούν» πώς να κερδίζουν, πράγμα καθόλου εύκολο. Ο Ολυμπιακός μετράει τέσσερες συνεχόμενες ήττες, όλες συνοδεία μετρίων έως κάκιστων εμφανίσεων. Το πρόγραμμα μπορεί να «στρώνει» σε μεγάλο βαθμό από εδώ και πέρα, αλλά ήδη έχει χαθεί πολύτιμο έδαφος και παιχνίδια, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μια καλύτερη βαθμολογική συγκομιδή. Εννοείται πως η μεγαλύτερη ζημιά έγινε στη συντριβή από την Μπάρσα στο ΣΕΦ και στην ήττα (με ταυτόχρονη απώλεια του +7 του πρώτου αγώνα) από την Εφές, αλλά η αλήθεια είναι πως οι Πειραιώτες είχαν τις ευκαιρίες να ανακάμψουν (όπως στο ματς με Μακάμπι) και δεν τις εκμεταλλεύτηκαν. Σε αυτό το επίπεδο, όσο κλισέ και αν φαίνεται, οι αποστάσεις και οι διαφορές μεταξύ των ομάδων είναι μικρές, σε σημείο ένας αγώνας να κάνει τη διαφορά.
Επειδή, όμως, στον Ολυμπιακό είναι υποχρεωμένοι να αντικρίσουν τη δυσάρεστη πραγματικότητα, η αναμέτρηση με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας στο ΣΕΦ την προσεχή Παρασκευή (1/3) αποκτά κομβικό χαρακτήρα. Απέναντι σε έναν αντίπαλο, που παρότι δεν έχει πείσει φέτος για τη σταθερότητά του και ιδίως εκτός έδρας, η νίκη είναι επιτακτική. Πρόκειται για το τελευταίο παιχνίδι που θα δώσει ο Ολυμπιακός στην κανονική περίοδο με τόσο υψηλό δείκτη δυσκολίας, αλλά και μια από τις τελευταίες ευκαιρίες του για να ανακάμψει. Εάν, μάλιστα, η Ρεάλ Μαδρίτης καταφέρει να φύγει με το «διπλό» από το Παλάου Μπλαουγκράνα (εκμεταλλευόμενη την κατανυκτική ατμόσφαιρα του τελετουργικού που έχει προγραμματιστεί για τον Ναβάρο και τα πρόσφατα γεγονότα στον τελικό του ισπανικού Κυπέλλου), θα έχει κάνει ένα ωραίο «δώρο» στην ελληνική ομάδα.
Σε διαφορετική περίπτωση, το κλίμα εσωστρέφειας θα γιγαντωθεί, η φιλολογία για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές θα ενταθεί, η συζήτηση για τη στελέχωση του φετινού ρόστερ και τις επιλογές του Μπλατ (με αποκορύφωμα τη σχεδόν εμμονική στήριξη σε Γκος και Τίμα) θα διαιωνίζεται, ενώ η στάση των αδερφών Αγγελόπουλων για τον δικό τους ανένδοτο πόλεμο σε ΕΟΚ και ΚΕΔ ενδεχομένως να τεθεί σε αμφισβήτηση. Όχι τόσο για τη λογική που τη διέπει όσο για το χρονικό σημείο, στο οποίο επελέγη να γίνει η συγκεκριμένη κίνηση. Σε έναν Ολυμπιακό, που δεν θα είχε ως «ταβάνι» τους 75 πόντους σε όλα του τα παιχνίδια σε Ελλάδα και Ευρώπη, που οι παίκτες θα είχαν ξεκάθαρο ρόλο, που ο προπονητής θα είχε φροντίσει να καλύψει τις αδυναμίες όταν ήταν ήδη ευδιάκριτες και δεν θα εξαντλούσε τα χρονικά περιθώρια μέχρι να καταλήξει σε έναν παίκτη με μηδαμινή ευρωπαϊκή εμπειρία, όλα τα παραπάνω θα ήταν απλές λεπτομέρειες. Αυτή τη στιγμή, η εικόνα της ομάδας είναι απογοητευτική, ο Μπλατ γνωρίζει ότι θα πρέπει ο οργανισμός να αντιδράσει χωρίς τον φυσικό του ηγέτη στα επόμενα -τουλάχιστον- δύο ματς και ο κόσμος περιμένει να δει εάν η διοίκηση θα πάει μέχρι τέλους, όπως υποσχέθηκε, ή εάν θα υπαναχωρήσει στην απαίτησή της να ορίζονται στο εξής ξένοι διαιτητές στα εγχώρια ντέρμπι.
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, τα κουκιά είναι μετρημένα. Ο Παναθηναϊκός, όπως παραδέχθηκε ο Πιτίνο, θέλει μίνιμουμ έξι νίκες στις επτά εναπομείνασες αγωνιστικές για να ελπίζει βάσιμα σε μια θέση στην οκτάδα. Στη θεωρία, ο στόχος δεν είναι ανέφικτος. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ένα ¨απλησίαστο» εκτός έδρας παιχνίδι με την ΤΣΣΚΑ στη Μόσχα, αλλά και αλλεπάλληλα «πρέπει», που εάν δεν συνδυαστούν με το «μπορώ» θα βάλουν τη φετινή ευρωπαϊκή πορεία πρόωρα στο συρτάρι. Η νίκη επί της μάλλον «ξεδοντιασμένης» χωρίς τους Σβεντ και Γκιλ, Χίμκι, αλλά κυρίως η αποτελεσματική επιθετική λειτουργία του πρώτου ημιχρόνου, αφήνουν μια παραπάνω χαραμάδα αισιοδοξίας. Ωστόσο, ο Παναθηναϊκός δεν ψάχνει πλέον σωτηρία στη θαλπωρή του ΟΑΚΑ, παρότι και εκεί οι υποχρεώσεις που έχει μπροστά του (Μπασκόνια, Ρεάλ Μαδρίτης, μεταξύ άλλων) δεν είναι με αμελητέες ποσότητες. Χρειάζεται τρεις εκτός έδρας νίκες, οι οποίες -για καλή του τύχη- μπορούν να έρθουν σε έδρες που κάθε άλλο παρά τρομάζουν και απέναντι σε αντιπάλους (εξαιρείται το Μιλάνο) που έχουν προ πολλού χάσει το τρένο της πρόκρισης. Οι «πράσινοι» δεν επιτρέπεται τη δεδομένη στιγμή να κοιτάζουν δεξιά και αριστερά τα αποτελέσματα των υπολοίπων διεκδικητών της πρόκρισης, εφόσον οι ίδιοι μετρούν μόλις μια εκτός έδρας νίκη στην Ευρωλίγκα.
Η φετινή παρουσία είναι πολύ κακή, ανεξαρτήτως κατάληξης, με μοναδικό θετικό στοιχείο το ξεκαθάρισμα που αναπόφευκτα επιφέρει σε κάθε ομάδα με υψηλούς στόχους μια τέτοια σεζόν. Το ματς στα Κανάρια νησιά είναι κομβικό γιατί σε περίπτωση ήττας, θεωρώ πως πολύ δύσκολα θα καταφέρει η ομάδα να ανακάμψει ψυχολογικά. Όσο κι αν η κατάκτηση του Κυπέλλου λειτούργησε θετικά, όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις, μονάχα μια νίκη μακριά από το ΟΑΚΑ είναι ικανή να αλλάξει τη μοίρα ενός συνόλου που εξαρτάται σχεδόν σε απόλυτο βαθμό από τις ορέξεις του Νικ Καλάθη. Ευτυχώς για τον Παναθηναϊκό, ο ομογενής γκαρντ θα επωφεληθεί από τη διακοπή του πρωταθλήματος λόγω εθνικών ομάδων και θα παρουσιαστεί την επόμενη εβδομάδα ξεκούραστος και χωρίς να έχει υποστεί περαιτέρω επιβάρυνση στο πέλμα.
Σε αντίθεση με τον Ολυμπιακό, τα συμπεράσματα για τον φετινό Παναθηναϊκό έχουν εξαχθεί από πολύ νωρίς, γεγονός που έχει καλά και κακά σημεία.
Τα αρνητικά είναι προφανή: σε μια ομάδα χωρίς αρκετούς καλούς σουτέρ, δεύτερο δημιουργό πίσω από τον Καλάθη και σέντερ-φόβητρο στη ρακέτα, τα κενά είναι υπερβολικά πολλά ώστε να καλυφθούν μέσα στη σεζόν. Ενδεικτικά παραθέτω τον συνολικό απολογισμό των τριών ψηλών της ομάδας στο ματς με τη Χίμκι: 0 πόντοι, 2 ριμπάουντ για Βουγιούκα, Πέιν και Παπαγιάννη, με άθροισμα χρόνου συμμετοχής 16 λεπτά περίπου και δείκτη αξιολόγησης (PIR) στο -8! Την ίδια στιγμή, Τόμας και Μίκεϊ μετρούσαν 35 πόντους με 19 ριμπάουντ και 46 βαθμούς στην αξιολόγηση. Δεν νομίζω πως χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.
Τα θετικά είναι ότι οι συγκεκριμένες αδυναμίες έχουν διαγνωστεί εδώ και μεγάλο διάστημα, έχουν επισημανθεί από σχετικούς και άσχετους με το άθλημα και, επιπλέον, έχουν καταδείξει τις αναγκαίες «ενέσεις» ποιότητας με καλούς ξένους παίκτες που οι «πράσινοι» πρέπει να αποκτήσουν. Επειδή, όμως, μιλάμε ακόμα για τη φετινή σεζόν, ο μόνος τρόπος να κερδηθεί η παρτίδα είναι ένα ντεμαράζ πιο εντυπωσιακό από εκείνο που συνήθιζε να κάνει ο Παναθηναϊκός του Πασκουάλ. Τότε, καθάριζε συνήθως ο Μάικ Τζέιμς με μεγάλα καλάθια. Τώρα, ο παίκτης που θα έχει τη μπάλα όταν αυτή «καίει», αναζητείται.
Ο σχεδιασμός της φετινής ομάδας από τον Πασκουάλ βασιζόταν σε πιο ορθολογικές επιθέσεις, λιγότερο ένας εναντίον ενός, απαλλαγή από hero-ball καταστάσεις (για τις οποίες, βεβαίως, είναι πάντα διαθέσιμος και πρόθυμος ο Κιθ Λάνγκφορντ). Ο μόνος τρόπος να λειτουργήσει ήταν με παίκτες, που εκτός από την απειλή από την περιφέρεια, θα μπορούσαν να επιδείξουν δημιουργικές ικανότητες. Αυτό δεν συμβαίνει κι έτσι το «τριφύλλι» καλείται να πάρει το μέγιστο από τη δαιμονιώδη φόρμα του Ντεσόν Τόμας, το πείσμα του Μήτογλου, την αθλητικότητα του Παπαπέτρου, το σχετικά αξιόπιστο σουτ από μέση απόσταση του Λάνγκφορντ και τη -σχεδόν ξεχασμένη- εκτελεστική δεινότητα του Κιλπάτρικ. Εάν τα παραπάνω δεν συνδυαστούν με την αφύπνιση των «πενταριών» (δεν μιλάω μόνο για σκοράρισμα, αλλά για συνολική προσφορά), ο Παναθηναϊκός μοιραία θα παρακολουθήσει τη συνέχεια της Ευρωλίγκας από την τηλεόραση.
- Η ώρα της αλήθειας έφτασε για τους «αιώνιους» - Φεβρουάριος 23, 2019
- Η «αιώνια» ιδιαιτερότητα του ελληνικού All-Star Game - Φεβρουάριος 5, 2019




